Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Αφιέρωμα στις μάνες του πόνου και του αγώνα,


Η έλλειψη σεβασμού από τον εχθρό στο κόλλυβο ενός νεκρού έκανε τη μητέρα του ηρωίδα
Ο τοκετός δεν ήταν πάντα μια ευτυχής κατάληξη για τις γυναίκες άλλων εποχών. Ένας βοσκός μου έλεγε κάποτε ότι η σπάλα του αρνιού δείχνει και θάνατο όταν στο τραπέζι είναι έγκυος γυναίκα. Και ο λαός συνηθίζει να λέει ότι στην εγκυμοσύνη το ένα «πόδι της γυναίκας είναι στον τάφο». Σήμερα με τις προόδους της επιστήμης αυτά αποτελούν-ευτυχώς-μακρινό εφιάλτη. Είναι αρκετά όμως για να συνειδητοποιήσουμε το μεγαλείο της μάνας, που η αγάπη της για το παιδί της φθάνει και μέχρι τη θυσία. Στο σημερινό μας αφιέρωμα θα αποτίσουμε φόρο τιμής στη μάνα του πόνου και της αντίστασης. Γιατί σε δίσεκτους καιρούς η μάνα σηκώνει βαρύτερο σταυρό.


Αρχή βάζουμε με μια ηρωίδα, που έχει συνδεθεί το όνομά της με την Αρκαδική εθελοθυσία Η Χαρίκλεια Δασκαλάκη, δόθηκε ολόψυχα στον αγώνα και προσέφερε στην πατρίδα τρεις γιους.
Κόρη, σύζυγος και μητέρα αγωνιστών δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο. Ο άντρας της Μιχαήλ Δασκαλάκης, ήταν απόγονος του Δασκαλογιάννη.
Ήταν η μόνη γυναίκα που βλέπουμε να συμμετέχει και στις συζητήσεις με τους άλλους πολέμαρχους που τη σέβονταν και την τιμούσαν ξεχωριστά. Δεν έλειψε από την κρίσιμη εκείνη συνάντηση που έγινε για να αποφασιστεί η τύχη των έγκλειστων της Μονής. Και ήταν εκείνη που συμφώνησε ότι ο αγώνας ενάντια στο Μουσταφά θα πρέπει να είναι μέχρις εσχάτων.
Με τον Κωνσταντή το μικρό της γιο και άλλους πολεμιστές πολεμά αλλά και εμψυχώνει τους άλλους. Τρεις φορές έτρεξε και αναστήλωσε τη σημαία του οπλαρχηγού γιου της, που κατέρριπταν οι σφαίρες του εχθρού. Τέλος, την τέταρτη φορά, αφού έσπασε το κοντάρι, δίπλωσε τη σημαία, τη φίλησε και την έκρυψε στην αγκάλη της.
Ξαφνικά μια εχθρική σφαίρα πλήγωσε το γιο της. «Για τόσο μικρό πράγμα κάνεις έτσι!», του λέει κι αμέσως του δίνει δύναμη να συνεχίσει. Κι όταν εξαντλήθηκαν οι σφαίρες έτρεξε μέσα στη μάχη για να βρει και να φέρει τα πολύτιμα βόλια, με κάθε θυσία. Έζησε το θάνατο του Κωνσταντή της, έσβησε στα χέρια της ο μεγάλος, βαριά τραυματισμένος στο γόνατο, που είχε καταφύγει στο Μέρωνα. Και ο τρίτος της σκοτώθηκε στα Μισσίρια κι οι Τούρκοι λέει έκαναν σκοποβολή στο άψυχο κουφάρι.
Μετά την αιχμαλωσία, όταν έπεσε τ’ Αρκάδι, κατάφερε να φτάσει στον Πειραιά κι εκεί λέγεται ότι έγινε αντικείμενο θερμών εκδηλώσεων.
Στην Αθήνα και σε απόλυτη ένδεια πέθανε η Χαρίκλεια, το καύχημα της Αμνάτου, η μεγάλη αγωνίστρια και η χαροκαμένη μάνα.
Μέσα από τη ζωή και τους αγώνες της παρουσιάζεται το Ολοκαύτωμα του Αρκαδίου, στο θεατρικό έργο της Εύας Λαδιά «Αρκαδίου Κοίμηση» (1995).

Λέλα Καραγιάννη


Στο Ρέθυμνο υπάρχει και η οδός Λέλας Καραγιάννη. Αδιάφορος περνά ο σημερινός Ρεθεμνιώτης, ίσως επειδή δεν είναι πολλοί που γνωρίζουν ότι στο πρόσωπο της ηρωικής αυτής γυναίκας τιμάται η πολύτεκνη μάνα και μια κορυφαία της Αντίστασης.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει ο γιος της Βύρων, η μητέρα του οργάνωσε στην Αθήνα, μια από τις πρώτες ομάδες που πολέμησαν τον εχθρό και προσπαθούσαν με τους αγώνες τους να κρατήσουν υψηλό το φρόνημα του ελληνικού λαού Είχε επτά παιδιά να φροντίσει, να θρέψει, να μεγαλώσει. Αλλά δεν ξέχασε και το χρέος της σαν Ελληνίδα. Την οργάνωση ονόμασε «Μπουμπουλίνα» και την απετέλεσαν λίγοι στην αρχή, αποφασισμένοι πατριώτες, και τα μεγαλύτερα απ’ τα παιδιά της. Άρχισε να προκαλεί σαμποτάζ σε βάρος των κατακτητών και ήρθε σε επαφή με το συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, όπου διαβίβαζε πληροφορίες για τις κινήσεις του εχθρού.
Τον Ιούνιο του 1944 έγιναν οι πρώτες συλλήψεις και στελεχών της οργάνωσης «Μπουμπουλίνα». Αυτές οι συλλήψεις την ανησύχησαν και παρά την κλονισμένη της υγεία βγήκε, πολλές φορές, κρυφά απ’ το νοσοκομείο για να ειδοποιήσει τους συνεργάτες της να εξαφανισθούν. Κάποια στιγμή πληροφορήθηκε από άνθρωπο μέσα απ’ τα Ες-Ες, ότι επέκειτο και η δική της σύλληψη.
Μάταια την προέτρεψαν να κρυφτεί. Ήθελε να αναλάβει τις ευθύνες της χωρίς να θυσιαστούν αθώοι. Η Λέλα Καραγιάννη θυμίζει μέσα από τη στάση ζωής της και τις αρχαίες Σπαρτιάτισσες μάνες. Πριν συλληφθεί έλεγε στα παιδιά της: «Αν ποτέ σας πιάσουν οι Γερμανοί, να δείξετε γενναιότητα και να μην λυγίσετε, γιατί έτσι θα επιβαρύνετε περισσότερο την θέση σας. Προσέξτε καλά, δεν ξέρετε τίποτα για το τι έκανα, έτσι μόνο θα γλιτώσετε, και δεν θέλω να κλάψετε ή να πενθήσετε για μένα, μόνο να σκέπτεστε, ότι ό,τι κάναμε το κάναμε για την πατρίδα και αυτό θα σας ανακουφίζει».
Ο σκοπός του αγώνα δεν της επέτρεψε να λυγίσει ούτε και μπροστά στο μαρτύριο των παιδιών της που συνελήφθησαν κι αυτά. Μάταια ο ανακριτής Μπέκε πίστεψε ότι η μάνα θα λύγιζε μπροστά στο θέαμα των παλικαριών της που είχαν υποστεί φρικτά βασανιστήρια.
Δεν έδειξε να κλονίζεται ακόμα κι όταν ο Μπέκε έσπρωξε στον τοίχο του γραφείου του τα δυο αγόρια της Λέλας και βάζοντας το πιστόλι του εναλλάξ στον κρόταφό τους, την προειδοποίησε κοιτάζοντας το ρολόι του: «Λέλα Καραγιάννη, πρόσεξε καλά, σου δίνω δυο λεπτά προθεσμία, για να μου απαντήσεις σ’ αυτά που σ’ ερωτώ, διαφορετικά θα εκτελέσω, τώρα εδώ μπροστά σου, ένα-ένα τα παιδιά σου. Λέγε, γιατί θα πιέσω την σκανδάλη, πού έχεις τον πομπό σου, ποιος τον χειρίζεται, με ποιους συνεργάζεσαι, ποιες είναι οι πηγές απ’ τις οποίες παίρνεις τις πληροφορίες για τις κινήσεις μας, ποιοι είναι οι συνεργάτες σου, πού βρίσκεται ο καπετάνιος Χρυσίνης με το καΐκι του».
Το περίστροφο του Μπέκε έσπρωχνε το κεφάλι του γιου της Νέλσωνα, και το έκανε να γέρνει, ήταν αγριεμένος και φαινόταν αποφασισμένος να εκτελέσει την απειλή του. Τότε η Λέλα Καραγιάννη με σταθερή και ήρεμη φωνή του απάντησε: «Τα παιδιά μου, εγώ τα γέννησα, δικά μου είναι, αλλά πρέπει να ξέρεις ότι πρωτίστως ανήκουν στην πατρίδα μας. Πρόσεξε καλά, και πάλι σου λέω ότι αυτά δεν ξέρουν τίποτα και άδικα θα τα σκοτώσεις». Η ψυχή της έτρεμε καθώς τα έλεγε αυτά, η φωνή της ηχούσε παράξενα, επίσημα και κατηγορηματικά, ο Μπέκε έμεινε άναυδος, αμήχανος. Τελικά τράβηξε το πιστόλι απ’ τον κρόταφο του Νέλσωνα και βάζοντάς το μέσα στην πέτσινη θήκη που κρεμόταν απ’ την ζώνη του, είπε τρέμοντας από οργή: «Τα παιδιά σου τα χρειάζομαι προς το παρόν, και μόλις τελειώσω μ’ αυτά, υπόσχομαι να τα στείλω στο εκτελεστικό απόσπασμα, να μην αμφιβάλλεις γι’ αυτό».
Η Λέλα Καραγιάννη, η ηρωίδα Πολύτεκνη Μάνα, εκτελέστηκε από τους Ναζί στις 7 του Σεπτέμβρη 1944, λίγες μόλις μέρες πριν χαράξει η λευτεριά για την οποία τόσο είχε αγωνιστεί.

Αθηνά Μαρνιέρου

Από τις γυναίκες που βίωσαν τη χιτλερική θηριωδία στα ματωμένα χώματα του Κέντρους και η Αθηνά Μαρνιέρου.
Όταν στις 22 Αυγούστου του 44 κύκλωσαν και το Γερακάρι οι Ναζί, η Αθηνά προσπάθησε να σώσει το μεγάλο από τα τρία της παιδιά, που κινδύνευε, το γιο της Γιώργη που ήταν μόλις 16 χρόνων.
Άνοιξε με βιάση το μπαούλο της, έβγαλε μια ρόμπα, ένα μαντήλι, μια ποδιά και του είπε με τρεμουλιαστή φωνή.
-Έλα παιδάκι μου ντύσου μ’ αυτά για να τους ξεφύγεις. Πρέπει να γλιτώσεις.
Εκείνος με μια κίνηση περιφρόνησης έσπρωξε το χέρι της πέρα και της είπε:
- Μάνα εγώ δεν ξεγιβεντίζομαι.
Δεν δείλιασε όταν οι χτύποι στην πόρτα τράνταξαν το σπίτι συθέμελα. Ακολούθησε ατάραχος τους στρατιώτες που τον έβαλαν μαζί με τους μελλοθάνατους. Και τέλειωσε τη ζωή του στο εκτελεστικό απόσπασμα, ένας από τους μικρότερους σε ηλικία Έλληνες που είχαν αυτή την τύχη.
Η Αθηνά Μαρνιέρου δεν ξεπέρασε μέχρι τα βαθιά της γεράματα το θάνατο του γιου της. Ούτε κι έβγαλε ποτέ το μαύρο μαντήλι. Ο βουβός πόνος της έκανε το γιο της Σπύρο να ασχοληθεί με την έρευνα των Ολοκαυτωμάτων του Κέντρους και να μας αφήσει ένα σπουδαίο συγγραφικό έργο με πλήρη στοιχεία, φωτίζοντας κάθε πτυχή του ματωμένου αυτού χρονικού.

Ευαγγελία Πολιουδάκη

Κάθε φορά που ανατρέχω στην πρώτη πράξη αντίστασης στην Κρήτη, μετά τη θρυλική μάχη, που είχε πρωταγωνίστρια την Ευαγγελία Πολιουδάκη, σκέπτομαι πως μόνο μια μάνα χαροκαμένη θα μπορούσε να αντιδράσει με τον τρόπο αυτό αψηφώντας τις κάνες που σκορπούσαν το θάνατο.
Η γυναίκα αυτή είχε χάσει ήδη ένα γιο στη Μικρά Ασία και τραβώντας νέο Γολγοθά με δυο γιους να πολεμούν στα βουνά της Αλβανίας, κατέφευγε με τις άλλες γυναίκες στα ξωκκλήσια, ν΄ανάψει τα καντήλια και να παρακαλέσει για την επιστροφή όλων των παιδιών που πολεμούσαν και των δικών της.
Πάνω που αξιώθηκε να τα καλοδεχτεί, ήρθε ο Μάης και η Μάχη της Κρήτης, να προκαλέσει τα φρικτά αντίποινα που την ακολούθησαν.
Πρώτη του Ιούνη μπήκαν οι Ναζί στο Αστέρι και μεταξύ των άλλων που συνέλαβαν ήταν και ο Γιώργης της, που άφηνε πίσω του γυναίκα και τέσσερα ορφανά.
Όταν έφθασε με τις άλλες γυναίκες στον τόπο της εκτέλεσης, κίνησε κι αυτή μοιρολόι με τις άλλες, κι ύστερα όλες μαζί, ακόμα και τα παιδιά βοήθησαν, άρχισαν να σκάβουν λάκκους και να σκεπάζουν με χώμα τα προσφιλή και αγαπημένα πρόσωπα, λίγη ώρα μετά το κακό, χωρίς κηδεία με παπά και φίλους.
Στις 3 Ιουνίου, γύρισαν και πάλι οι αλεξιπτωτιστές στο Αστέρι κι άρχισαν να μπαίνουν στα έρημα σπίτια και να τα λεηλατούν. Αυτά που δεν τους ενδιέφεραν τα έριχναν στη φωτιά που είχαν ανάψει στο μεταξύ, ενώ συμπλήρωναν την καταστροφή με εμπρηστικές χειροβομβίδες και δυναμίτες.
Μόλις είχε τελειώσει το κόλλυβο του παιδιού της για τα τριήμερά του η Ευαγγελία όταν μπήκαν οι Γερμανοί στην αυλή της. Η πρόθεσή τους ήταν να κάψουν και αυτό το σπίτι, αλλά φαίνεται πως ένας από αυτούς πάνω στην ορμή της εισβολής παρέσυρε το κόλλυβο.
Αυτή η κίνηση έκανε θεριό την χαροκαμένη μάνα. Άρπαξε ένα ξύλο που βρήκε και κατάφερε ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι του Γερμανού. Αρπάχτηκαν στα χέρια, αλλά πρόλαβε ένας άλλος και τη γάζωσε με το ταχυβόλο του. Την ίδια τύχη είχε και ο άντρας της ο Αναγνώστης που έτρεξε να τη βοηθήσει.
Μετά τα γεγονότα αυτά κανένας δεν τόλμησε να μπει στο χωριό. Η Ευαγγελία Πολιουδάκη και ο άντρας της έμειναν άταφοι για πολλές μέρες στην αυλή του σπιτιού.
Όταν το έμαθε ο γιος τους Ηλίας κατέβηκε, τους πήρε έναν έναν και τους μετέφερε με φόβο και προφυλάξεις στο ανατολικό ύψωμα και τους έθαψε ολομόναχος στο λάκκο που είχαν ανοίξει οι χωριανοί την πρώτη του Ιούνη.
Αυτή ήταν και η αφορμή που ξεκίνησε να ασχολείται με τη Μάχη της Κρήτης ο Μάρκος Πολιουδάκης και μέσα από το μνημειώδες έργο του μνημονεύονται εσαεί ο αδικοχαμένος πατέρα του, η γιαγιά και ο παππούς για τους οποίους μιλούσε πάντα με τόση περηφάνια.

Αναδημοσιευση Απο Ρεθεμνιωτικα Νεα
http://politismosrethymno.blogspot.com/2011/05/blog-post_07.html

Δεν υπάρχουν σχόλια: